Στον δημόσιο διάλογο γύρω από την οικοδομή και συχνά στις πρώτες συζητήσεις με ιδιοκτήτες το κόστος κατασκευής εμφανίζεται ως το πρώτο και κυρίαρχο ερώτημα. «Πόσο θα μου κοστίσει;» ρωτούν εύλογα οι ενδιαφερόμενοι, πριν ακόμα το έργο αποκτήσει μορφή, περιεχόμενο ή νομική υπόσταση. Κι όμως, η αλήθεια είναι απλή αλλά συχνά παραγνωρισμένη: το κόστος κατασκευής μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια και υπευθυνότητα μόνο αφού ολοκληρωθεί και εκδοθεί η οικοδομική άδεια.
Πριν από αυτό το στάδιο, κάθε αριθμός είναι στην καλύτερη περίπτωση μια γενική προσέγγιση και στη χειρότερη μια παραπλανητική υπόσχεση.
Η οικοδομική άδεια δεν είναι μια τυπική γραφειοκρατική πράξη. Είναι το σημείο όπου το έργο παύει να είναι ιδέα και γίνεται συγκεκριμένο, μετρήσιμο και νομικά δεσμευτικό. Μέχρι να εκδοθεί, κρίσιμες παράμετροι παραμένουν ρευστές: τα τετραγωνικά μέτρα, οι χρήσεις των χώρων, οι βοηθητικοί χώροι, οι όροι δόμησης, οι απαιτήσεις στατικής επάρκειας, ενεργειακής απόδοσης και πυροπροστασίας. Κάθε μία από αυτές τις παραμέτρους επηρεάζει άμεσα το κόστος.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι περισσότερες αποκλίσεις κόστους δεν οφείλονται σε «απρόβλεπτα», αλλά σε ελλιπή ή πρόωρη πληροφόρηση. Όταν το κόστος συζητείται πριν ολοκληρωθούν οι μελέτες, βασίζεται συνήθως σε πρόχειρα σχέδια, προφορικές περιγραφές ή εκτιμήσεις που αγνοούν τις τεχνικές και θεσμικές λεπτομέρειες. Το αποτέλεσμα είναι προσδοκίες που δύσκολα μπορούν να επιβεβαιωθούν στην πράξη.
Αντίθετα, μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, το έργο έχει αποκτήσει σαφή όρια. Οι μελέτες έχουν ολοκληρωθεί, οι χώροι έχουν οριστικοποιηθεί και οι τεχνικές απαιτήσεις είναι γνωστές. Τότε και μόνο τότε μπορεί να συνταχθεί αξιόπιστος προϋπολογισμός, να γίνουν συγκρίσιμες προσφορές και να ληφθούν αποφάσεις με πραγματικά δεδομένα.
Υπάρχει και μια ακόμη, λιγότερο προφανής διάσταση: η διαφάνεια και η εμπιστοσύνη. Όταν το κόστος παρουσιάζεται μετά την έκδοση της άδειας, προστατεύονται και οι δύο πλευρές. Ο ιδιοκτήτης γνωρίζει ακριβώς τι πληρώνει και για ποιο έργο. Ο μηχανικός ή ο κατασκευαστής αποφεύγει να δεσμευτεί σε αριθμούς που ενδέχεται να αλλάξουν λόγω παραγόντων εκτός του ελέγχου του.
Σε μια εποχή όπου η κατασκευή γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη με αυξημένες ενεργειακές απαιτήσεις, νέους κανονισμούς και συνεχείς μεταβολές στο κόστος υλικών η υπεύθυνη στάση δεν είναι να υποσχόμαστε χαμηλά νούμερα νωρίς, αλλά να μιλάμε με ακρίβεια τη σωστή στιγμή.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «γιατί δεν ξέρουμε το κόστος από την αρχή», αλλά «γιατί επιμένουμε να το ζητάμε πριν το έργο οριστικοποιηθεί». Η οικοδομική άδεια δεν καθυστερεί τη συζήτηση για το κόστος τη θεμελιώνει. Και μόνο πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να στηριχθεί μια κατασκευή χωρίς εκπλήξεις, απογοητεύσεις και αχρείαστες συγκρούσεις.









